Blog

Β. Κοτζαμάνης: Η δημογραφική κατάρρευση είναι «εδώ» – 44% λιγότερες γεννήσεις σε σχέση με το 2000

H δημογραφική κρίση στην Ελλάδα έχει πλέον βαθύτερα χαρακτηριστικά από τη μείωση των γεννήσεων. Οι νεότερες γενιές αποκτούν λιγότερα παιδιά, ενώ ταυτόχρονα μειώνεται και ο αριθμός των ανθρώπων που βρίσκονται σε ηλικία τεκνοποίησης σημειώνει σε συνέντευξή του στο Liberal ο καθηγητής Δημογραφίας και διευθυντής Ερευνών του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών, Βύρων Κοτζαμάνης. Σε αυτή την πίεση προστέθηκε και η μαζική έξοδος νέων από τη χώρα την τελευταία δεκαπενταετία, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο τον πληθυσμό που θα μπορούσε να δημιουργήσει οικογένεια στην Ελλάδα.

Η στεγαστική κρίση, το υψηλό κόστος ανατροφής και εκπαίδευσης ενός παιδιού, η δυσκολία πρόσβασης σε κατοικία και η αναβολή της δημιουργίας οικογένειας επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Ιδιαίτερα στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, όπου συγκεντρώνεται περίπου το μισό των ανθρώπων σε ηλικία τεκνοποίησης, το κόστος στέγασης επηρεάζει άμεσα τις αποφάσεις των νέων ζευγαριών. Την ίδια στιγμή, η έλλειψη εμπιστοσύνης στο μέλλον λειτουργεί ως ένας ακόμη ανασταλτικός παράγοντας.

Το πιο δύσκολο δεδομένο είναι ότι οι άνθρωποι που θα βρίσκονται σε ηλικία να κάνουν παιδιά το 2030, το 2040 ή το 2050 έχουν ήδη γεννηθεί και είναι λιγότεροι από τις προηγούμενες γενιές. Γι’ αυτό και η επιστροφή στα επίπεδα γεννήσεων του παρελθόντος δεν θεωρείται ρεαλιστική. Το βάρος πέφτει πλέον στη συγκράτηση της πτώσης και στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος που θα επιτρέπει στα ζευγάρια να αποκτούν περισσότερα παιδιά.

Συνέντευξη στον Αλέξανδρο Κοταχέα

Οι γεννήσεις στην Ελλάδα έχουν υποχωρήσει κατά 44% μέσα σε λίγο περισσότερο από δύο δεκαετίες. Ποιος είναι ο βασικός λόγος αυτής της κατάρρευσης; Γεννάμε λιγότερα παιδιά ή έχουμε πλέον και πολύ λιγότερους ανθρώπους σε ηλικία τεκνοποίησης;

Και τα δύο, ακριβώς. Οι νέες γενιές κάνουν λίγο λιγότερα παιδιά από τις προηγούμενες, αλλά ταυτόχρονα οι νεότερες γενιές προέρχονται από τις γεννήσεις πριν από 20-25-30 χρόνια, οι οποίες ήταν πολύ λιγότερες. Επομένως, είναι ένας συνδυασμός και των δύο. Και λιγότερα άτομα που βρίσκονται σε ηλικία για να κάνουν παιδιά, τα οποία κάνουν και λίγο λιγότερα παιδιά από τους γονείς τους.

Η Ελλάδα εμφανίζει μία από τις μεγαλύτερες μειώσεις γεννήσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Γιατί το ελληνικό πρόβλημα είναι εντονότερο από εκείνο άλλων ευρωπαϊκών χωρών που αντιμετωπίζουν τις ίδιες κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές;

Γιατί στη χώρα μας, η κατάρρευση των γεννήσεων ήταν πολύ εντονότερη σε σχέση με τις άλλες χώρες, όπου δεν κατέρρευσαν ή έμειναν σταθερές. Αυτό έγινε γιατί στη χώρα μας δεν είχαμε δημιουργήσει ποτέ ένα ευνοϊκό περιβάλλον για την οικογένεια και το παιδί. Είναι πολύ απλό.

Θεωρείτε ότι καθοριστικό ρόλο έπαιξε και η μεγάλη φυγή νέων ανθρώπων μετά το 2010; Μπορούμε να πούμε ότι το brain drain εξελίχθηκε τελικά και σε δημογραφικό πλήγμα που θα μας ακολουθεί για δεκαετίες;

Ναι, απλά δεν είναι μόνο το brain drain. Brain drain σημαίνει ότι από τη χώρα μας φεύγουν άτομα μονάχα υψηλής εξειδίκευσης. Έφυγαν και άτομα μεσαίας και χαμηλής εξειδίκευσης. Γενικότερα, η μαζική έξοδος νέων από τη χώρα μας την τελευταία δεκαπενταετία είχε επιπτώσεις. Δεν είναι μόνο το brain drain.

H μαζική έξοδος νέων από τη χώρα μας την τελευταία δεκαπενταετία είχε επιπτώσεις στο δημογραφικό και στις γεννήσεις, γιατί μείωσε σημαντικά τον αριθμό των ανθρώπων που θα ήταν σε ηλικία αναπαραγωγής. Όλοι αυτοί έφυγαν και, αν έκαναν παιδιά, θα τα έκαναν στο εξωτερικό, δεν θα τα έκαναν στην Ελλάδα. Επομένως, μειώθηκε το πλήθος των ανθρώπων που ήταν σε ηλικία να κάνουν παιδιά.

Η ηλικία απόκτησης παιδιού αυξάνεται συνεχώς και σήμερα μόλις το 30% των γεννήσεων προέρχεται από γυναίκες κάτω των 30 ετών. Πόσο επηρεάζει αυτή η συνεχής αναβολή της δημιουργίας οικογένειας τον τελικό αριθμό παιδιών που αποκτά ένα ζευγάρι;

Αυτή είναι μια γενική τάση που αφορά όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Απλώς στη χώρα μας είναι λίγο μεγαλύτερη η μέση ηλικία που οι νέοι κάνουν παιδιά. Ωστόσο, παραμένει ένα γενικό φαινόμενο.

Η αύξηση της μέσης ηλικίας όπου οι νέοι θα κάνουν παιδιά έχει την εξής επίπτωση. Ότι, δηλαδή, δεν είναι σίγουρο ότι θα μπορέσουν να αποκτήσουν παιδιά, όταν φτάσουν στην ηλικία που θα το αποφασίσουν, γιατί η γονιμότητα έχει μεγάλες διακυμάνσεις και καταρρέει.

Δηλαδή, η πιθανότητα σύλληψης μιας γυναίκας μειώνεται σημαντικά μετά τα 35. Επομένως, όσο αφήνετε να κάνετε παιδιά αργότερα και όταν μετά αποφασίσετε να κάνετε τον αριθμό των παιδιών που θέλετε, δεν είναι σίγουρο ότι θα μπορέσετε να τον αποκτήσετε, γιατί στην ηλικία αυτή η γονιμότητα της γυναίκας έχει μειωθεί δραστικά και επομένως θα στραφείτε στην υποβοηθούμενη αναπαραγωγή.

Η υποβοηθούμενη αναπαραγωγή έχει κάνει αλματώδη πρόοδο τα τελευταία χρόνια, την τελευταία δεκαετία. Παρ’ όλα αυτά, οι πιθανότητες να κάνετε παιδί σε μεγάλη ηλικία με την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή δεν είναι 100%. Είναι πολύ περιορισμένες. Επομένως, αυτό έχει επιπτώσεις και στις γεννήσεις.

Η στέγαση, τα χαμηλά πραγματικά εισοδήματα και η δυσκολία συνδυασμού οικογένειας και καριέρας καταγράφονται ως βασικοί παράγοντες.

Ένα στα δύο άτομα σε ηλικία να κάνουν παιδιά σήμερα βρίσκονται στις δύο μεγάλες αστικές συγκεντρώσεις, δηλαδή στην Περιφερειακή Ενότητα Θεσσαλονίκης και στην Αθήνα. Στις δύο αυτές περιοχές κυρίως η στεγαστική κρίση είναι εντονότατη.

Επομένως, η στεγαστική κρίση σε αυτές τις δύο περιοχές έχει σημαντικές επιπτώσεις στον αριθμό των παιδιών που θα κάνουν τα νέα ζευγάρια. Στον βαθμό που τα ενοίκια είναι πάρα πολύ υψηλά, ελάχιστοι έχουν δυνατότητα να αγοράσουν σπίτι ή έχουν παραχωρημένη κατοικία από τους γονείς ή τους παππούδες τους. Επομένως, είναι υποχρεωμένοι είτε να προσφύγουν στην ενοικιαζόμενη στέγη είτε να μείνουν με τους γονείς τους πάρα πολλά χρόνια, μέχρι να βρουν μια κατοικία.

Επομένως, η στεγαστική κρίση έχει άμεσες επιπτώσεις στον αριθμό των γεννήσεων στα δύο μεγάλα αστικά κέντρα, στις δύο αυτές περιοχές, και στα υπόλοιπα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου επίσης είναι εξαιρετικά έντονη.

Όσον αφορά τα εισοδήματα, το βασικό πρόβλημα δεν είναι ότι είναι χαμηλά. Είναι ότι το κόστος για το μεγάλωμα και την εκπαίδευση ενός παιδιού είναι συνταρακτικό σε σχέση με τα εισοδήματά μας. Το κόστος αυτό, σε πολύ μεγάλο βαθμό, συνδέεται με το κόστος για να σπουδάσουμε τα παιδιά μας, με το κόστος της υγείας και, βεβαίως, με την κατοικία, την οποία έχουμε ήδη αναφέρει.

Επομένως, η στεγαστική κρίση, όπου υπάρχει, σε σχέση με το υψηλό κόστος ζωής και τα χαμηλά εισοδήματα δεν επιτρέπουν στα ζευγάρια να κάνουν τον αριθμό των παιδιών που επιθυμούν. Κάνουν λιγότερα παιδιά και έχουμε λιγότερες γεννήσεις.

Ποιο από αυτά τα προβλήματα πρέπει να αντιμετωπιστεί πρώτο αν θέλουμε πραγματική αντιστροφή της τάσης;

Δεν γίνεται να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα με μέτρα γύρω από συγκεκριμένους τομείς μονάχα. Πρέπει να παρέμβουμε στη στεγαστική κρίση στα μεγάλα αστικά κέντρα, να παρέμβουμε σε όλη την Ελλάδα για τη μείωση του κόστους μεγαλώματος και ανατροφής ενός παιδιού.

Πρέπει, επίσης, να υπάρξουν παρεμβάσεις ώστε να ανασχεθεί η εσωτερική και η εξωτερική μετανάστευση. Γιατί, με τη μετανάστευση των νέων, έχουμε μείωση του αριθμού των ατόμων που μπορούν να κάνουν παιδιά. Επίσης, και η εσωτερική μετανάστευση οδηγεί στην ερημοποίηση περιοχών. Στις περιοχές που υφίστανται έντονη εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση δεν υπάρχουν νέοι να κάνουν παιδιά.

Δεν είναι ότι οι νέοι σε αυτές τις περιοχές δεν κάνουν παιδιά ή κάνουν πολύ λιγότερα παιδιά από αλλού. Δεν υπάρχουν νέοι.

Επομένως, είναι ένας συνδυασμός μέτρων που πρέπει να περιλαμβάνει τη στήριξη της στέγασης στα μεγάλα αστικά κέντρα και τη δημιουργία ενός πολύ ευνοϊκού περιβάλλοντος για την οικογένεια και το παιδί σε όλη την Ελλάδα. Αυτό σημαίνει μείωση του πραγματικού κόστους ανατροφής και εκπαίδευσης του παιδιού. Σημαίνει άμβλυνση των έμφυλων διακρίσεων στον δημόσιο και ιδιωτικό βίο.

Και σημαίνει και κάτι τελευταίο, ένα πράγμα πολύ γενικό, που δεν έχουμε τον χρόνο να το αναπτύξουμε: στη χώρα μας υπάρχει έλλειψη εμπιστοσύνης των νέων στο μέλλον. Όλες οι έρευνες δείχνουν ότι οι νέοι μας, οι νεότερες γενιές, έχουν σημαντική έλλειψη εμπιστοσύνης στο μέλλον.

Επομένως, αυτό είναι ένα θέμα που δεν αλλάζει με ένα μέτρο ή με μία ρύθμιση, αλλά με μια συνολική αλλαγή του περιβάλλοντος και της προοπτικής για το μέλλον.

Θεωρείτε ότι υπάρχει ακόμη ρεαλιστικό περιθώριο αντιστροφής της κατάστασης ή η Ελλάδα έχει περάσει σε μια φάση όπου πλέον μιλάμε περισσότερο για διαχείριση παρά για ανατροπή της κατάστασης;

Κατ’ αρχάς, το δημογραφικό πρόβλημα στην Ελλάδα πρέπει να αντιμετωπιστεί συνολικά. Και όταν μου λέτε «δημογραφικό», να θυμάστε ότι το δημογραφικό είναι η συνάρτηση των γεννήσεων, των θανάτων και της εσωτερικής και εξωτερικής μετανάστευσης. Αυτές είναι οι παράμετροι που παίζουν ρόλο, επομένως πρέπει να το αντιμετωπίσουμε συνολικά.

Όσον αφορά την εξωτερική μετανάστευση, πρέπει να υπάρχουν μέτρα ώστε οι αναχωρήσεις από τη χώρα μας να είναι λιγότερες. Δεύτερον, στις εσωτερικές μεταναστεύσεις πρέπει να ληφθούν μέτρα ώστε να παραμείνουν οι νέοι που υπάρχουν ακόμη σε κάποιες περιοχές, στα νησιά και στην ενδοχώρα, κυρίως στην ηπειρωτική Ελλάδα. Και ταυτόχρονα να υπάρχουν κίνητρα ώστε κάποιοι άλλοι που έχουν φύγει να γυρίσουν πίσω.

Πρέπει να υπάρχουν μέτρα που θα βοηθήσουν την οικογένεια να κάνει τον αριθμό των παιδιών που επιθυμεί και όχι αυτόν που τελικά κάνει. Επιθυμούν να κάνουν κατά μέσο όρο περίπου δύο παιδιά, αλλά κάνουν πολύ λιγότερα, γύρω στο 1,4.

Επομένως, πρέπει να το αλλάξουμε αυτό. Και αυτό απαιτεί αλλαγή του γενικότερου περιβάλλοντος, που δεν έχει σχέση μόνο με την οικογένεια και το παιδί, αλλά έχει σχέση με το μέλλον. Αυτό που σας λέω: έλλειψη εμπιστοσύνης στο μέλλον.

Επομένως, αν δεν τα κάνουμε αυτά, δεν μπορούμε να έχουμε καμία ανάκαμψη της γονιμότητας και των γεννήσεων. Αυτό σημαίνει ότι δεν πρόκειται με κανέναν τρόπο να φτάσουμε, τις επόμενες τρεις, τέσσερις ή πέντε δεκαετίες, στον αριθμό των γεννήσεων που είχαμε τις προηγούμενες δεκαετίες. Τη δεκαετία 2001-2010, που ήδη ήταν μειωμένες οι γεννήσεις σε σχέση με τις προηγούμενες δεκαετίες, είχαμε περίπου 920.000 γεννήσεις. Δεν πρόκειται ποτέ να έχουμε τις επόμενες τρεις, τέσσερις ή πέντε δεκαετίες 920.000 γεννήσεις.

Και οι 920.000 της προηγούμενης δεκαετίας ήταν μειωμένες σε σχέση με τις δεκαετίες του ’50, του ’60 και του ’70, όταν είχαμε περίπου 150.000 γεννήσεις κατά μέσο όρο τον χρόνο, δηλαδή περίπου ενάμισι εκατομμύριο στη δεκαετία.

Υπάρχει μια σημαντική παράμετρος που παίζει ρόλο: η μείωση των ατόμων σε ηλικία να κάνουν παιδιά. Επομένως, όσο έχετε όλο και λιγότερα άτομα σε ηλικία να κάνουν παιδιά, τόσο περισσότερα μέτρα πρέπει να πάρετε ώστε αυτά τα νέα ζευγάρια να κάνουν περισσότερα παιδιά από τους γονείς τους. Αλλά ακόμη και αν το κάνουν, δεν πρόκειται να φτάσουμε στα επίπεδα γεννήσεων της προηγούμενης δεκαετίας.

Τα επίπεδα γεννήσεων της προηγούμενης δεκαετίας δεν ήταν τρομερά. Ήταν περίπου 920.000. Σε σχέση με τις δεκαετίες του ’50, του ’60 και του ’70 ήταν πολύ λιγότερες.

Επομένως, ό,τι και να κάνουμε, δεν πρόκειται στις επόμενες δεκαετίες να φτάσουμε στις 920.000 γεννήσεις. Πού μπορούμε να φτάσουμε; Θα μπορούσαμε να κινηθούμε σε ένα εύρος από 650.000 έως 800.000 γεννήσεις. Αυτό ισχύει, ό,τι μέτρα και να πάρουμε.

Γιατί υπάρχει μία παράμετρος άκαμπτη: η μείωση του πλήθους των ατόμων σε ηλικία να κάνουν παιδιά. Οι άνθρωποι που θα φτάσουν σε ηλικία να κάνουν παιδιά του χρόνου, του παραχρόνου, το 2030, το 2035, το 2040, το 2045, το 2050 έχουν ήδη γεννηθεί. Επομένως, ξέρουμε πόσοι είναι. Είναι πολύ λιγότεροι από όσους ήταν προηγουμένως.

Συνεπώς, αυτή είναι μια σημαντική παράμετρος που δεν αλλάζει με κανέναν τρόπο. Όταν έχετε μια παράμετρο που δεν αλλάζει, που είναι η μείωση του πλήθους των ατόμων σε ηλικία να κάνουν παιδιά, για να μπορέσετε να αντισταθμίσετε τη μείωση των γεννήσεων ή να την περιορίσετε, τι πρέπει να κάνετε; Πρέπει να δημιουργήσετε ένα εξαιρετικά ευνοϊκό περιβάλλον, ώστε τα ζευγάρια που είναι λιγότερα να κάνουν περισσότερα παιδιά από τους γονείς τους.

Πηγή: https://www.liberal.gr/